Την αναστολή της λειτουργίας του Διδασκαλείου Αλεξανδρούπολης «Θεόδωρος Κάστανος», αποφάσισε το υπουργείο Παιδείας στο πλαίσιο του εξορθολογισμού των εξόδων. Για τους δασκάλους οι οποίοι εδώ και τρία χρόνια κάνουν τη μετεκπαίδευση τους εκεί, η αναστολή λειτουργίας σημαίνει οριστικό κλείσιμο ενός θεσμού, που είναι σήμερα ο μοναδικός για την επιμόρφωση και την μετεκπαίδευση τους, στο βωμό της οικονομικής κρίσης. «Από ότι φαίνεται και το διδασκαλείο πέφτει θύμα στο βωμό της οικονομίας. Ένας θεσμός που από το 1922 είχε την
απόλυτη ευθύνη της μετεκπαίδευσης και της επιμόρφωσης των δασκάλων. Φέτος φαίνεται ότι φτάνει στο τέλος του» δήλωσε πρόεδρος των Δασκάλων Αλεξανδρούπολης Φώτης Χαριτάκης. Όπως σημειώνει, «στην πόλη μας λειτουργεί τα τελευταία τρία χρόνια και η φοίτηση είναι διετής. Με απόφαση του υπουργείου αναστέλλεται η λειτουργία του αλλά για εμάς η αναστολή λειτουργίας του σημαίνει κλείσιμο. Θεωρούμε ότι είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί. Η όποια μορφή μετκπαίδευσης και επιμόρφωσης των δασκάλων θα πρέπει να παραμείνει ευθύνη του Πανεπιστημίου, όχι να σταματήσει αλλά να αναβαθμιστεί. Θέλουμε να πσιτεύουμε ότι δεν θα είναι θύμα περικοπών το Διδασκαλείο μας. Με τις όποιες αδυναμίες η δουλειά που γίνεται είναι καλή».
Ψήφισμα κατά της κατάργηση των Διδασκαλείων
Ψήφισμα εξέδωσαν οι πρόεδροι των Παιδαγωγικών Τμημάτων των Πανεπιστημίων για την κατάργηση των Διδασκαλείων. Αναλυτικά:
Στο πλαίσιο του διαλόγου που το Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. είχε αρχίσει γύρω από το θέμα των Διδασκαλείων και της μετεξέλιξης του θεσμού αυτού, τα Παιδαγωγικά Τμήματα/ Διδασκαλεία, η ΔΟΕ και η Σύνοδος των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων, σε κοινή συνάντηση με τους Προέδρους των Διδασκαλείων, κατέθεσαν προτάσεις. Αντί της συνέχισης του διαλόγου, το Υπουργείο ανέλαβε την ευθύνη για το πάγωμα του θεσμού των Διδασκαλείων χωρίς ο διάλογος να έχει επί της ουσίας αναπτυχθεί και να έχει δώσει τα πρώτα του έστω αποτελέσματα, αλλά και χωρίς να έχουν συστηματικά δρομολογηθεί, τουλάχιστον με τη συνέργεια όλων των εμπλεκόμενων φορέων και από όσα γνωρίζουμε, άλλες μορφές μετεκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, για να αιτιολογηθεί αυτή η απόφαση θίγεται εύσχημα το έργο των Παιδαγωγικών Τμημάτων, καθώς αναφέρεται πως τα προγράμματα σπουδών των Διδασκαλείων είναι πολλές φορές ίδια με αυτά των προπτυχιακών και πως δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για διδασκαλία ενηλίκων.
Η Σύνοδος των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων –σε κοινή συνάντηση με τους Προέδρους των Διδασκαλείων – σε δύο διαδοχικές της συνεδρίες, τόσο στο Ρέθυμνο στις 19 και 20 Νοεμβρίου 2010 όσο και στη Θεσσαλονίκη στις 5 και 6 Φεβρουαρίου, επεσήμανε τη σημαντικότητα και την κρισιμότητα του ζητήματος των Διδασκαλείων και κατέθεσε ένα πλαίσιο αρχών για τη φύση της μετεκπαίδευσης και το σύγχρονο ρόλο των Διδασκαλείων ως φορέων μετεκπαίδευσης και Δια Βίου επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών. Στο σχετικό κείμενο, γινόταν σαφές ότι τα Διδασκαλεία είναι αφενός μεν εγκατεστημένα στη συνείδηση των εκπαιδευτικών ως φορείς μετεκπαίδευσης και δια βίου επαγγελματικής ανάπτυξης αφετέρου δε άρρηκτα συνδεδεμένα με το δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, κυρίως μέσα από την προσάρτηση της μετεκπαίδευσης στα Παιδαγωγικά Τμήματα, τα οποία από τη θέση και το ρόλο τους έχουν το χρέος και την ικανότητα να διαμορφώσουν συγκεκριμένη φιλοσοφία περί μετεκπαίδευσης, με στόχο την αναβάθμιση του σύγχρονου δημόσιου σχολείου.
Η Σύνοδος κατέστησε σαφές από την αρχή, ότι το Πανεπιστήμιο είναι ο φυσικός χώρος ανάπτυξης και διασφάλισης της έρευνας και των μορφών διδασκαλίας σε συνθήκες επιστημονικής εγκυρότητας, αυτοτέλειας και ελευθερίας. Είναι, επίσης, ο χώρος μέσα από τον οποίο μπορούν να αναδυθούν - στο πλαίσιο πολλαπλών διαδράσεων, συνεργειών και ζυμώσεων στους κόλπους της εκπαιδευτικής πραγματικότητας - οι ιδέες για την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών θεσμών και διαδικασιών.
Αποδεχόμενα τα Παιδαγωγικά Τμήματα και τα Διδασκαλεία την πρόσκληση ενός διαλόγου, συνέταξαν και δημοσιοποίησαν προτάσεις καθιστώντας φανερό ότι έχουν γνώση, θέση και ρόλο σε ότι αφορά στη μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών, την οποία και υπερασπίζονται έχοντας ακριβώς την πλήρη εικόνα και την απόλυτη συναίσθηση των ειδικών και ποικίλων αναγκών για παρεμβάσεις αναβάθμισης και μετεξέλιξης. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή της Μετεκπαίδευσης, η Σύνοδος τάσσεται υπέρ της διατήρησής της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να συνυπάρχει με προγράμματα ευέλικτης επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Ωστόσο, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από αυτά. Επιπλέον, προτείνει, μέσα από την αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών, να διευρυνθεί ο ρόλος των Διδασκαλείων, έτσι ώστε τα Διδασκαλεία να καλύψουν και άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες (π.χ. συμβάλλοντας στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών Β/Θμιας Εκπαίδευσης στην ειδική αγωγή, στην παιδαγωγική επάρκεια των υποψήφιων εκπαιδευτικών της Β/Θμιας εκπαίδευσης).
Η αιτούμενη αναβάθμιση των Διδασκαλείων δεν σημαίνει κατάργησή τους. Ούτε μπορεί να είναι αντιστρόφως ανάλογη της αποκοπής του θεσμού της μετεκπαίδευσης από το δημόσιο, ευρύ, πολλαπλό και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της. Ούτε να έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τη θέληση των εμπλεκόμενων και άμεσα ενδιαφερόμενων μερών –του σώματος των εκπαιδευτικών, των φορέων τους καθώς και των πανεπιστημιακών φορέων- με το πρόσχημα της μεταρρυθμιστικής θέλησης. Οι φορείς αυτοί είναι εξίσου ικανοί να οραματιστούν, να σχεδιάσουν και να επωμιστούν τη μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη ο θεσμός. Αντίθετα, ο διάλογος αυτός, σύμφωνα με την επιστολή την οποία ο Γενικός Γραμματέας του Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. κ. Βασίλης Κουλαϊδής απηύθυνε στη ΔΟΕ και όπου ανακοινώνει επίσημα τη μη διεξαγωγή των εξετάσεων για τα Διδασκαλεία φέτος, θα ξεκινήσει (ή θα συνεχιστεί, κατά τη διατύπωση του Υπουργείου) από τη μηδενική βάση, την οποία θέτει η δραματική αυτή απόφαση, ενόψει των θεσμικών αλλαγών τις οποίες το Υπουργείο επεξεργάζεται. Το Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. δεν αναφέρει, όμως, τίποτα για το χρονοδιάγραμμα ή/και τη διαδικασία του διαλόγου. Ούτε για τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που το οδήγησαν στην απόφαση αυτή.
Καλούμε το Υπουργείο, έστω και την τελευταία αυτή στιγμή, να συνεκτιμήσει τις αντιδράσεις, τις προτάσεις και τις θέσεις του εκπαιδευτικού κόσμου μαζί με την ανάγκη της αναβάθμισης του θεσμού της μετεκπαίδευσης και να προσέλθει σε πραγματικό διάλογο με τους φορείς. Εφ. "Η Γνώμη"
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου